διαλάμψῃ

διαλάμψηι , διάλαμψις
shining through
fem dat sg (epic)
διαλάμπω
shine through
aor subj mid 2nd sg
διαλάμπω
shine through
aor subj act 3rd sg
διαλάμπω
shine through
fut ind mid 2nd sg
διαλαμβάνω
take
fut ind mid 2nd sg (ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάλαμψη — η (AM διάλαμψις, εως) [διαλάμπω] εξαιρετική λάμψη ή λάμψη μέσα από κάτι, απαύγασμα αρχ. εξαιρετική υπόληψη, διάκριση …   Dictionary of Greek

  • διαλάμψηι — διάλαμψις shining through fem dat sg (epic) διαλάμψῃ , διαλάμπω shine through aor subj mid 2nd sg διαλάμψῃ , διαλάμπω shine through aor subj act 3rd sg διαλάμψῃ , διαλάμπω shine through fut ind mid 2nd sg διαλάμψῃ , διαλαμβάνω take fut ind mid… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.